Οι οθόνες τύλιξαν την ομορφιά με θάνατο -μια για πάντα.

Και ξέρουμε ότι μόνο ο θάνατος -όπως ήταν έτσι και θα παραμείνει- απρόβλεπτος.

Ώ κόσμε! Πώς μπορείς να χαίρεσαι τα φανταχτερά σάβανα

και τους ξερατούς υπαινιγμούς στις προθήκες των ονείρων σου;

Ώ κόσμε! Πώς ανέχεσαι τη ζωή όμηρη στον ιστό της αναπαράστασης της;

Οι νέες οδηγίες για τον άνθρωπο-θέαμα-εμπόρευμα είναι ότι πρέπει να έχει “πιο διακριτικά τονισμένες τις γραμμές του”. Να είναι θελκτικός χωρίς να είναι κραυγαλέα παραδομένος. Να σε οδηγεί στο ψηλό εκείνο σημείο ακριβώς από όπου να μπορείς να διακρίνεις με διαύγεια το χυδαίο χωρίς να φτάνεις σ’ αυτό. Όχι γιατί δεν είναι επιθυμητό από το ίδιο το “φυσικό σώμα” της κυριαρχίας ή γιατί δεν πρέπει επειδή το επιτάσσει ο συντηρητικός ηθικισμός. Το χυδαίο έχει ως βασική του συνισταμένη την κατάλυση κάθε έννοιας ελεύθερης βούλησης. Προϋποθέτει από την μια μεριά την δικτατορική και χωρίς όρια επιβολή των ενστίκτων και των επιθυμιών ενός ασύδοτου σώματος και από την άλλη την απόλυτη άρνηση του “δικαιώματος” της αυτοδιάθεσης ενός άλλου σώματος και των επιθυμιών του. Προϋποθέτει ένα άβουλο σώμα που θα πρέπει να διεκπεραιώσει τον ρόλο του αντικειμένου, της ιδιοκτησίας, ενός “εργαλείου με φωνή”. Η εξέλιξη των δομών της κυριαρχίας δεν επιτρέπει την ανοιχτή αποδοχή και τη θέσμιση μιας τέτοιας “ποιότητας” διανθρώπινων σχέσεων –που εντάσσονται μέσα στο πλέγμα των “αντιδημοκρατικών ακροτήτων”- επειδή αυτό αντίκειται στις διαμορφωμένες αρχές  πάνω στις οποίες η ίδια η κυριαρχία νομιμοποιείται κοινωνικά. Αν και η φύση της εξουσίας προϋποθέτει την επιβολή, ο “εκπολιτισμός” και ο εξορθολογισμός της δεν της επιτρέπει να προτάσσει την επιβολή αλλά την φιλοσοφία της “κοινωνικής συμφωνίας”, τη λογική της συναίνεσης. Έτσι, το χυδαίο επιτρέπεται να υπάρχει σε παρενθετικές κοινωνικές λειτουργίες και συμπεριφορές τυλιγμένο από μια χαμογελαστή παραβατικότητα και έναν γοητευτικό ζόφο.

Αλλά επιπλέον, η καχυποψία απέναντι στον θεαματικό κόσμο, μπορεί να τροφοδοτήσει και με άλλες σκέψεις και εικασίες την επιλογή του να ισορροπεί στα όρια του χυδαίου. Στο πεδίο του χυδαίου πάντα κάτι από τον καταναλωτή εκτονώνεται, κλείνει τον κύκλο του και για ένα –έστω και το παραμικρό- διάστημα τον “υποχρεώνει” να απαγκιστρωθεί από την αναγκαιότητα του εμπορεύματος: θα χρειαστεί έστω και τον ελάχιστο χρόνο για να κάνει τον απολογισμό του, σύμφωνα με τα τρέχοντα σημεία αναφοράς της αποκλίνουσας συμπεριφοράς και να αποκάμει από το λαχάνιασμα της τόσο απόκρυφης αλλά και τόσο πλατιάς κοινωνικά διαδεδομένης “αιρετικής” αμαρτίας. Ακόμη κι αυτός ο χρόνος, ωστόσο, δεν μπορεί να μείνει “αναξιοποίητος” και επομένως είναι υπό απαλλοτρίωση.

Πρέπει ο καταναλωτής πάντα να επιθυμεί χωρίς να ολοκληρώνει. Είναι αυτή η τόσο γνώριμη και “γοητευτική” σε όλους διαδικασία της διατήρησης μιας ατελεύτητης διέγερσης που δεν κλείνει ποτέ τον κύκλο της και σε αφήνει πάντα μετέωρο: πάντα έχεις πολύ μεγάλη απόσταση να διανύσεις για να ικανοποιήσεις μια ανοιχτή και διαρκή προσδοκία, επιμελημένα σκηνοθετημένη από την κουλτούρα της προθήκης, της βιτρίνας, της πιο φροντισμένης απεικόνισης. Πάντα θα έχεις ανοιχτούς λογαριασμούς με τα εμπορεύματα και τις υποσχέσεις τους. Μια μετεώριση που πρέπει να κρατάει την γοητεία της πάντα ζωντανή στο πεδίο του ασυνείδητου, για να δημιουργεί την απαραίτητη ακατανίκητη προθυμία σε κάθε σχετική συνειδητή επίκληση.

Τεμαχίστηκα

Τεμαχίζομαι

Μέσα σε πολυσύχναστα εμπορικά κέντρα

Σκοντάφτω σε νυστέρια και ζητάω συγνώμη

Μπορούμε να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις για τη σχέση εμπορεύματος-αντικειμένου και αισθήσεων: Τα όργανα της όρασης έχουν αποκωδικοποιηθεί. Έχουν μελετηθεί όλες οι “ιδιοτροπίες” των φυσικών φακών, τα οπτικά νεύρα και οι διαδρομές τους, οι γωνίες και οι αποστάσεις πρόσληψης των –έξωθεν της ύπαρξης- αντικειμένων, η διαδικασία αποτύπωσης των ειδώλων στις εγκεφαλικές εστίες, οι φυσικές αισθητικές “ροπές” και “προτιμήσεις”. Έχουν μελετηθεί σήμερα καλύτερα από ποτέ και έχουν αποδοθεί στην ευχέρεια των σύγχρονων τεχνικών χειραγώγησης. Ένα καλό εγχειρίδιο διαφημιστικής τεχνικής μπορεί να πείσει γι’ αυτό τον οποιονδήποτε. Ζητούνται αναλογίες και χρώματα που πρέπει να προεκτείνουν την αναγκαιότητα του περιεχομένου του προϊόντος πολύ πιο πέρα από την οποιανδήποτε λειτουργικότητα του. αν κάποτε αυτή η ενσωματωμένη στο εμπόρευμα διαφημιστική τεχνική ήταν στον τομέα της βοηθητικής υποστήριξης του εμπορεύματος, σήμερα με δεδομένη την διεισδυτικότητα και την υποστήριξη της τεχνολογίας, η τεχνική αυτή έχει καταστεί η απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια την ύπαρξη των εμπορευμάτων.

Κάθε εκατοστό του σχήματος του εμπορεύματος πρέπει να σε καλεί να το αγγίξεις. Να κάνει τον πόθο σου τόσο ανυπόφορο όσο και μάταιο. Όχι γιατί φυσικά δεν μπορείς να αγγίξεις ένα εμπόρευμα αλλά γιατί πρέπει να συμπληρώνεις με την φαντασία σου αυτό που δεν σου εκπληρώνει η προσδοκώμενη επαφή. Πρέπει, για το ανολοκλήρωτο αυτής της επαφής, να ευθύνεσαι εσύ. Εσύ και οι ατέλειές σου, οι αδυναμίες σου, οι αποτυχίες σου, η τραγική σου μοίρα που δεν σου επιτρέπει για μια ακόμη φορά να ολοκληρώσεις κάτι που κάποιοι άλλοι πρεσβεύουν ότι ολοκληρώνουν με καταπληκτική ευκολία.

Ακόμη και η μυρωδιά του εμπορεύματος προϋποθέτει την πιο στενή και ποθητή σχέση μαζί του. ανύπαρκτη, διακριτική, έντονη, ελαφριά ή καταλυτική, πάντα θα συνοδεύει στη σωστή αναλογία το προϊόν στον προορισμό του. Σαν πρωτόγονοι που ανιχνεύουν ένα καινούργιο, φυσικό και αινιγματικό υλικό, μερικές φορές οι καταναλωτές μυρίζουν ακόμη και τα αμεταχείριστα μαγειρικά σκεύη, τα κοσμήματα, τα κουτιά κάθε είδους συσκευασίας, τα πιο άσχετα –για τη σχέση μεταξύ όσφρησης και λειτουργικότητας- προϊόντα. Είναι γιατί αυτά τα καινούργια απαραίτητα “εργαλεία” ύπαρξης ή “κοινωνικής συνύπαρξης”, πρέπει να ανιχνευτούν και αν αφομοιωθούν στο έπακρο από τους χειριστές-καταναλωτές ακόμη και πέρα από τις οδηγίες χρήσης.

Παράλληλα, το εμπόρευμα είναι και θα παραμείνει πολύ μακριά από το να μοιράζεται κάθε εμπειρία για την οποία δεν είναι προορισμένο. Κι ας είναι ακριβώς το αντίθετο που κάθε φορά ευαγγελίζεται: ότι δεν είναι μόνο Αυτό για το οποίο είναι προορισμένο, αλλά πάντα Κάτι παραπάνω.

Αν η αλήθεια στην φιλοσοφία ορίζεται ως η συμφωνία μορφής και περιεχομένου, τότε, όσον αφορά τον εμπορευματικό κόσμο η αλήθεια είναι ένας φανατικός εχθρός μια και υπάρχει πολύ μεγάλη –αλλά και καλυμμένη με μεγάλη φροντίδα- απόσταση μεταξύ του Είναι και του Φαίνεσθαι. Και παραπέρα, κάθε διαφήμιση θα μπορούσε ακόμη και με τον αστικό ποινικό κώδικα να  διώκεται σύμφωνα με την κατηγορία της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Το εμπόρευμα είναι συνυφασμένο με το ψέμα σε μια φυσική –κοινωνικά “αποδεκτή”- διαδικασία όπου η αλήθεια είναι ανυπόφορα εξοστρακισμένη από όλες τις λειτουργίες των κοινωνικών δομών.

Ρώτησα με σκυμμένο κεφάλι

Το πάνω μέρος της καινούργια μου συσκευής:

Μου ξαναθυμίζεις σε παρακαλώ τις οδηγίες χρήσης μου, -τα καινούργια μου καθήκοντα;

Τι σημασία έχουν όμως αυτές οι διάσπαρτες –τόσο “κοινότοπες” εδώ και μερικές δεκαετίες αλλά και τόσο πραγματικές- διαπιστώσεις;

Η ιδιαίτερη σημασία τους βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη και βεβαρημένη “περίπτωση”: όταν το εμπόρευμα θέλει να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, η “ψυχή” του, το βλέμμα του, η κίνησή του, τα εκφραστικά του μέσα, το Είναι του. Γι’ αυτό σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ένα απαραίτητο συμπλήρωμα: μια αναφορά στη σχέση του εμπορεύματος με την ακοή. Είναι τραγικό αλλά όταν ένα εμπόρευμα πέρα από όλα τα άλλα, πέρα από την “φωνή της διαφήμισής” που πάντα το συνοδεύει, αρχίζει να (σου) μιλάει, τότε πλησιάζει όλο και περισσότερο στην ανθρωποποίηση του. Είναι μια στιγμή που πέρα από το στοιχείο της έκπληξης αρχίζει το εφιαλτικό πεδίο του τρόμου.

Η απαιτούμενη καθολικότητα της ανθρώπινης επικοινωνίας μεταξύ εμπορευμάτων και καταναλωτών δεν θα μπορούσε να αφήνει απ’ έξω καμία απολύτως αίσθηση. Για να μπορέσει ένα εμπόρευμα να καθολικοποιήσει την αναγκαιότητα της ύπαρξής του στην φύση του καταναλωτή, θα πρέπει να τείνει στην ικανοποιητική απάντηση των απαιτήσεων όλων των ανθρώπινων αισθήσεων, θα πρέπει να μπορεί να υποκαθιστά μια ανθρώπινη απάντηση στις δικαιολογημένες ανθρώπινες απορίες. Πρέπει επομένως τα εμπορεύματα να απηχούν μια απεικόνιση ανθρωποποίησης τους, να έχουν πολύ οικεία μας “ονόματα”, να είναι ανθρωποποιημένα αντικείμενα.

Το φυσικό συμπέρασμα όλου αυτού του συλλογισμού είναι ότι δεν υπάρχουν καλύτερα εμπορεύματα, πιο προσοδοφόρα αντικείμενα, από τους ίδιους τους ανθρώπους.

Οι επιχειρήσεις των media και της διαφήμισης είναι πολύ ισχυρές. Εμείς οδηγούμε τον κόσμο κι εγώ αισθάνομαι σας ταύρος.

(Jerry Levin, ηγετικό στέλεχος της Time Warner)

Οι καταναλωτές είναι η μεγαλύτερη περιουσία μας και θα τους προσφέρουμε νέους δρόμους για προϊόντα και υπηρεσίες

(Mike Kelly, ηγετικό στέλεχος της America on Line, Oικονομικός Ταχυδρόμος, 5.1,2001)

Δεν είναι παράδοξο που τα ελεύθερα ηλεκτρόνια

ελευθερώνονται μόνο όταν πεθαίνουν

και διαλύονται μέσα στις γειτονικές στιβάδες.

Τότε τα καλώδια αρχίζουν να κρυώνουν

Και οι προβολείς της σκηνής σβήνουν

Τότε μπορείς να διακρίνεις τα παγωμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών

Χωρίς το βάθρο τους

Χωρίς τα βύσματα στη συνείδηση

Μόνοι με μια κοινή θνητή αμηχανία

Κι όταν η καινούργια στρατιά των ηλεκτρονίων ζεστάνει ξανά τα μονόδρομα καλώδια

Τι θα είναι το ίδιο;

Και συνακόλουθα, πέρα από τις άπειρες προεκτάσεις αυτού του συλλογισμού, είναι απαραίτητη η αναφορά στην κοινωνική λειτουργικότητα της τέχνης. Και κάθε συνεπαγόμενη αναφορά οδηγεί στην εμπορευματοποίηση της τέχνης που είναι “μοιραία”, γιατί η τέχνη έχει καταλήξει να είναι η ίδια η μοίρα του εμπορεύματος.

Ο δημιουργός διασπάται ή ενοποιείται μέσα σε κάθε του δημιούργημα με ηθελημένη ταυτότητα και υπογραφή όχι για να εξυπηρετήσει μια υλικότητα συμβατικής καθημερινής χρήσης αλλά για να αισθητικοποιήσει το ίδιο το ανθρώπινο όνειρο και κάθε υπερβατική υπόσχεση της ύπαρξης, πέρα από κάθε όριο συμβατικότητας. Και αυτό είναι το πειραματικό αισθητικό πεδίο που θα τροφοδοτήσει την φιλοσοφία των εμπορευμάτων. Γιατί το κάθε εμπόρευμα δεν έχει ανάγκη πια την συμβατικότητα της καθημερινής του χρήσης –μια και δεν θα μπορέσει να γίνει αναγνωρίσιμο στις ανταγωνιστικές του εκδοχές (όλα τα χαρτιά υγείας κάνουν την ίδια δουλειά)- αλλά μπορεί να δικαιολογήσει τις ανταγωνιστικές του εκδοχές και συνάμα την ίδια του την ύπαρξη, μέσω του ανταγωνισμού, μόνο στο χώρο του ονείρου, της αντισυμβατικότητας και των υπερβατικών υποσχέσεων. “Όταν είμαστε ξύπνιοι η πραγματικότητα είναι μία, όταν κοιμόμαστε όμως βιώνουμε ο καθένας τη δική του πραγματικότητα” έλεγαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι. Έτσι, το εμπόρευμα δεν θέλει πιά τη μαζική αναφορά που επιβάλλει η δικαιολόγηση της λειτουργικότητας του μέσα στην πραγματικότητα αλλά την ιδιαίτερη και απομαζικοποιημένη, μοναδική και εμπνευσμένη περιοχή του ύπνου. Παύει να βλέπει μάζες και ενδιαφέρεται για πρόσωπα. Όχι όμως για να ικανοποιήσει ανθρώπινες μοναδικότητες αλλά για να τις αποκωδικοποιήσει και στη συνέχεια να μαζικοποιήσει τα όνειρα και τις όποιες καλλιεργημένες υπερβατικές προσδοκίες της ύπαρξης.

Πρέπει να διαμορφωθεί μια κοινή αισθητική του ονείρου.

Πρέπει να οργανωθεί μια επίθεση στο ασυνείδητο. Πρέπει να επιχειρηθεί μια αποικιοποίηση των δυνατοτήτων του ύπνου.

Κι εδώ η τέχνη γίνεται ζωτική συνιστώσα των εμπορευμάτων, επειδή έχει τη δυνατότητα να ξεδιπλώνει κάθε προσλήψιμη εκδοχή της μελλοντικής πραγματικότητας στο παρόν. Και το εμπόρευμα δεν έχει παρά να επιλέγει τις κατάλληλες εκδοχές του μέλλοντος που αρμόζουν στη δική του “ζωή”, να προσλαμβάνει καλλιτεχνικές προτάσεις για την άμεση πραγμάτωση της επιλεγμένης εκδοχής και να επιτίθεται στην συμβατικότητα της καθημερινότητας με όνειρα και υποσχέσεις.

Ας μην φανταστούμε όμως, τη διαδικασία πρόσληψης καλλιτεχνών στην υπηρεσία των εμπορευμάτων μέσα σε περιβάλλον “συμβάσεων ορισμένου ή αορίστου χρόνου” και προσωπαρχών. Από τη μεριά του εμπορευματικού κόσμου υπάρχει κατανόηση και ανοιχτό πνεύμα. Επιτρέπεται στους καλλιτέχνες να διαμορφώνουν τις δραστηριότητες τους μέσα σε απόλυτη ελευθερία έτσι όπως αυτή ορίζεται από τις δομές του υπάρχοντος. Διαμορφώνεται έτσι ο λαμπρός χώρος του Θεάματος, όπου οι καλλιτέχνες είναι σκηνοθέτες ενός σκηνικού πάνω στο οποίο εκτονώνεται, μετασχηματίζεται και επανατροφοδοτείται με νέους όρους το κάθε ενδεχόμενο προσωπικό όνειρο του θεατή, σερβίρεται ένα ακόμη “αποβιταμινωμένο” -και διόλου ευκαταφρόνητων απολαβών- εμπόρευμα, αλλά και πιο συγκεκριμένα, πέρα από την επιβεβαίωση του κόσμου των εμπόρων και της “ανεκτικής” κυριαρχίας, ένα σκηνικό πάνω στο οποίο διαδραματίζονται οι πειραματικές μελλοντικές διακοσμητικές αλλά και ουσιαστικές εκδοχές των εμπορευμάτων και παραπέρα, των νέων τεχνικών της χειραγώγησης.

Υπάρχει λοιπόν, μια ανοιχτή κοινωνική ουδέτερη ζώνη, όπου, με τις ευλογίες της εξουσίας, διάγει τον βιο και τις δραστηριότητες του ο καλλιτεχνικός κόσμος, ένας κόσμος διαχωρισμένος –και με τον εθελούσιο ναρκισσισμός του- από την πραγματικότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού. Από αυτόν τον κόσμο, που μοιάζει με ρόδα που γυρίζει στο κενό, συλλέγονται από την εξουσία οι καλύτερες στατιστικές για την ροή της αισθητικής των ανθρωπίνων ονείρων, για την αισθητική των κοινωνικών “οραμάτων”, για την ροή των ανεκπλήρωτων προσδοκιών. Ο καλλιτεχνικός χώρος δεν είναι μόνο χώρος επιβεβαίωσης και πραγμάτωσης του εμπορευματικού κόσμου αλλά και χώρος της ίδιας της έμπνευσης του.

Υπάρχει όμως, παρ’ όλ’ αυτά, μια εξόφθαλμα διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και θεαματικής διαδικασίας. Η πείρα του εμπορευματικού κόσμου από την διαχείριση των αντικειμένων έχει διαχυθεί και στην διαχείριση των ανθρώπων. Όπως κάθε αντικείμενο-εμπόρευμα έχει την ημερομηνία λήξης, έτσι και κάθε θεαματικό πρότυπο συμπεριφορών, ονείρων και “οραμάτων”, πρέπει να αναλώνεται μέσα στα προβλεπόμενα χρονικά όρια. Και να αντικαθίσταται. Όταν ο “θάνατος” ενός αντικειμένου είναι προσδιορισμένος δεν καθορίζει την ίδια του την “ζωή”. Όταν όμως ένας άνθρωπος αντικειμενοποιείται, δεν μπορεί παρά αυτό να καθορίζει και την ίδια του. Με αυτόν τον τρόπο οι αναλώσιμοι καλλιτέχνες θεσμίζουν τη νεκρική τους ακαμψία εν ζωή και περιφέρουν την ματαιότητα της σύντομης δημόσιας ζωής τους (μόνο σ’ αυτήν εξάλλου υπάρχουν ως τέτοιοι) στα θνησιγενή δημιουργήματά τους. Επειδή το σύστημα, ωστόσο, είναι γνώστης ακόμη και των ίδιων των αντιφάσεων του και επειδή έχει ανάγκη από μια συγκεκριμένη αισθητική του παρόντος αλλά και του μελλοντικού Υπάρχοντος, πρέπει να τροφοδοτεί τους καλλιτέχνες με μια αίσθηση που έχει να κάνει με κάτι από την φύση του έρωτα: όταν είσαι ερωτευμένος νιώθεις ότι αυτό θα διαρκέσει για πάντα, ενώ τίποτε από τα βιώματα σου δεν συνηγορεί σ’ αυτό. Και μπορεί οι καλλιτέχνες να βλέπουν τον εαυτό τους να κολυμπάει στο χρήμα και στα προνόμια σαν επιβεβαίωση του κύρους τους στο “κοινωνικό σύνολο”, να αντιμετωπίζουν κυνικά την σύντομη δημόσια θητεία τους, μπορεί να αποβλέπουν σε αυτό που θα τους προσφερθεί, από την άλλη όμως το σύστημα αποβλέπει σε αυτό που αυτοί θα μπορέσουν να προσφέρουν στην δική του διαιώνιση και μόνο.

Έτσι, πρέπει να ενσωματώνουν με τον καλύτερο τρόπο μια ηθική του θεάματος που, στην επιτέλεση του, θέλει του ίδιους τους κανόνες του να είναι “απόντες”. Οι καλλιτέχνες όχι μόνο πρέπει να εμφανίζονται αλλά και να νιώθουν αιρετικοί, δυνατοί, ημίθεοι, έξω από κάθε δέσμευση, ανίκητοι στην κόντρα τους με κάθε είδους συμβάσεις. Μόνο έτσι μπορούν να “εμπνέουν” και να “εμπνέονται” για όσον καιρό επιλεγούν γι’ αυτό το σκοπό.