Αβράκωτοι: οι εξαθλιωμένοι εξεγερμένοι της γαλλικής επανάστασης που βρίσκονταν χωρίς αναπαμό στα οδοφράγματα. Δεν φρόντισαν να οργανωθούν με κάποιο τρόπο ώστε να διαφυλάξουν τη μοίρα τους από τα θανατηφόρα σχέδια των αστών. Η εξόντωση των πιο ριζοσπαστών αβράκωτων από το νεοπαγές κράτος έγινε ενώ τα ρούχα τους μύριζαν ακόμη από τους καπνούς των οδοφραγμάτων. Στο οδόφραγμα γίνεσαι εύκολος στόχος για κείνους τους “συμμάχους” που άφησες να εξηγήσουν – αυτοί κι όχι εσύ – την πράξη σου.

 Αγοράζω: όταν κάποιος αγοράζει αυτό που εσύ δημιούργησες – ανεξάρτητα από την “τιμή” του – ούτε στιγμή δεν παύει να αντιλαμβάνεται ότι διεκπεραίωσε μια εμπορευματική διαδικασία.

Αδιαλλαξία: εγγράφεται με επικίνδυνα αρνητικό τρόπο από τις διωκτικές αρχές αλλά και τα ΜΜΕ, όταν αναφέρεται σε ανθρώπους που δεν συνδιαλέγονται τις αξίες τους με τους εντεταλμένους συνηγόρους της κυριαρχίας.

Αισθητική: σύνολο γνώσεων και κανόνων που αναφέρονται στο “ωραίο”. Θεσμίζεται κάθε φορά με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι παντελώς ανώδυνη για την εκάστοτε υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Αλβανός: ο μέγας αποδιοπομπαίος τράγος του κυρίαρχου κρατικού και του υπολανθάνοντος κοινωνικού ρατσισμού στην Ελλάδα. Δεν είναι καθόλου σπάνιο να συναντήσεις τσιγγάνο που να αποπέμπει Αλβανό ή και Αλβανό όμως, που να αποπέμπει Αφρικανό.

Αλήθεια: ένας ποιητής μ’ αυτή τη λέξη εννοεί την ακατάλυτη ουσία των πραγμάτων. Ένας φιλόσοφος ωστόσο, μπορεί να γίνει πιο διαυγής για μας: αλήθεια είναι η συμφωνία μορφής και περιεχομένου: το μεγάλο ζητούμενο για ανθρώπους, σχέσεις, πράγματα, έργα και καταστάσεις

Αλληλεγγύη: η ευκολία να μπορείς να μπεις στη θέση του Άλλου και με τα κριτήρια της πολιτικής και κοινωνικής σου συνείδησης να καθοδηγήσεις ποιοτικά και ποσοτικά την (συν)πράξη της αλληλοϋποστήριξης και αλληλοβοήθειας.

Αλλοτρίωση: όλη εκείνη η διαδικασία βάσει της οποίας ο άνθρωπος αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Εγκαθίστανται στην συνείδηση συστημικοί κώδικες με την εντολή να καθορίζουν τις επιλογές και τις αποφάσεις της. Ξεπερνώντας τον Μαρξ που εντόπιζε τη διαδικασία αυτή στις παραγωγικές σχέσεις, σήμερα μπορούμε να αντιληφθούμε την διάχυση της να δεσπόζει σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας με μια έμφαση από τις πηγές του θεάματος.

Αμφισβήτηση: εναντιολογία, αντίρρηση, εμφάνιση διαφορών…πρόκειται για μια απαραίτητη ύβρι προς καθετί το αναμφισβήτητο και μπορεί κανείς να αντιληφθεί το μίσος της “αναμφισβήτητης” κυριαρχίας προς κάθε αδιαπραγμάτευτη αμφισβήτηση που στοχεύει τις ίδιες τις δομές της, την ίδια την αναγκαιότητα ύπαρξής της. Μια αμφισβήτηση, ωστόσο, που θεωρεί όρο ζωής της τον φαινομενικό πλουραλισμό του καθεστώτος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η καλύτερη διαφήμισή του.

Ανάλυση: του πραγματικού περιεχόμενου των κοινωνικοταξικών σχέσεων, των επιπέδων οργάνωσης που προτάσσει η κρατικοκαπιταλιστική κυριαρχία, του ειδικού βάρους των μηχανισμών διαμεσολάβησης της ηγεμονίας των κυρίαρχων, των μορφών και ποιοτήτων της κοινωνικής συνείδησης. Η κυριαρχία έχει καταφέρει να αφομοιώσει κάθε σύγκρουση εξελισσόμενη με όρους και κώδικες που αναφέρονται σε παρελθοντικές της περιόδους. Εκτός από την αλληλεγγύη και η ανάλυση δεν έπαψε ποτέ να είναι το όπλο μας (κι ας ήταν ανέκαθεν εξορισμένη στην ακαδημαϊκή ρητορεία).

Ανάλωση: η αργή και ανεπαίσθητη φθορά. Όπως δεν μπορείς να παρακολουθήσεις το ρυθμό που μεγαλώνει ένα δέντρο έτσι δεν μπορείς να παρακολουθήσεις και τα πιο αυθεντικά κομμάτια ενός ανθρώπου καθώς απορρίπτονται από τον οργανισμό του για να δεχτεί τα αναλώσιμα συνθετικά μοσχεύματα του εμπορικού κόσμου.

Αναπαραγωγή: σήμερα, υπό τη δεσποτεία της κοινωνικής συναίνεσης, το μεγάλο ζητούμενο της κυριαρχίας είναι: να αναλάβουν το έργο της αναπαραγωγής της οι ίδιοι οι υπήκοοι. Η καχυποψία απέναντι σε κάθε επίκληση αλληλεγγύης, συμμετοχής και συγκατάθεσης από τις σειρήνες της εξουσίας είναι μια καλή αρχή.

Αναρχία: χωρίς Αρχή, χωρίς εξουσία. Η ιστορική της “μοίρα” είναι να μάχεται ακόμη και την εξουσία των ιδεών πάνω στους ανθρώπους. Δεν είναι ένα ακόμη σύστημα ιδεών, μια ιδεολογία, που αγωνίζεται να κυριαρχήσει πάνω στην ατομική, συλλογική και κοινωνική συνείδηση. Με την επίκληση της ελευθερίας και του αγώνα για την κατάκτηση της, διαμορφώνονται αξίες-σημεία αναφοράς για την εγκαθίδρυση προσωπικών, συλλογικών και κοινωνικών σχέσεων στην προοπτική της διαλεκτικής καθολικής τους γενίκευσης. Ό,τι περιορίζει συνειδητά ή θεσμισμένα την ελευθερία πρέπει να καταστραφεί εδώ και τώρα. Με την αναρχία απέναντι στην εξουσία έχει διαμορφωθεί πλέον μια καίρια αντίθεση, που ερμηνεύει την ιστορική κίνηση χωρίς τα κενά και τις ασυνέχειες του μαρξιστικού δίπολου κεφαλαίου-εργασίας.

Αντίληψη: για να κατανοήσεις και να κρίνεις έναν άνθρωπο και τη στάση του πρέπει να συνθέσεις τη θεωρία του σε σχέση με τον τρόπο που την πραγματώνει. Μόνο με δεδομένη την θεωρία και την πράξη μαζί δηλώνεται ξεκάθαρα η αντίληψή του και όχι η φαινομενικότητα που μπορεί να εμφανίζει αντικατοπτρισμούς του συγκεκριμένου ανθρώπου πότε μέσω της θεωρίας και πότε μέσω της πράξης διαχωρισμένα.

Ανυπομονησία: τα μεγαλύτερα ανθρώπινα λάθη γίνονται από την ανυπομονησία, έγραψε ο Φ. Κάφκα, για να αναλογιζόμαστε πόσο έχουν κοστίσει αυτά τα λάθη μέσα στις γραμμές του εξεγερτικού προτάγματος και όχι μόνο.

Aξία: κάποιος σύντροφος είχε γράψει ότι μια σχέση χωρίς κοινές αξίες δεν μπορεί να λειτουργήσει και εννοούσε τις συνειδησιακές εκείνες σταθερές που έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν προσωπικούς, διαπροσωπικούς, συντροφικούς και κοινοτικούς πολιτισμούς.

Απεργία: ανεξάρτητα από τον τρόπο που έχει θεσμιστεί και χρησιμοποιείται από τους κοινωνικούς χειραγωγούς – κόμματα και συνδικαλιστές -, είναι μια υπερασπίσιμη κατάσταση. Αξίζει να κατεβαίνεις σε απεργία που έχει αποφασιστεί ερήμην σου βάζοντας το δικό σου περιεχόμενο και διεκδικώντας το. Ειδάλλως, θα πρέπει να αντέξεις τα χνώτα των απεργοσπαστών.

Απουσία: την διεκδικεί κάθε αντιπρόσωπος σου. Είναι ο φυσικός του χώρος που καταργείται μόνο με την παρουσία σου. Ποτέ δεν είσαι τόσο ανεπιθύμητος όσο ανάμεσα σε δύο εκλογικές περιόδους.

Άρα: η μέθοδος του άρα. Ο λάθος τρόπος να τοποθετούμε τους ανθρώπους από τις πρώτες στιγμές που τους γνωρίζουμε στις αντίστοιχες κατηγορίες που έχουμε ετοιμάσει γι’ αυτούς στα προσωπικά επικοινωνιακά μας τελωνεία. Ταχύτατα συμπεράσματα που κοστίζουν την απώλεια ενδεχόμενων αξιόλογων σχέσεων.

Άρδην: η πρώτη αναρχική εφημερίδα που τυπώθηκε το 1877 στην Πάτρα, σηματοδοτώντας την απαρχή ενός σκληρού αγώνα για την άρθρωση του προτάγματος της ελευθερίας σε καιρούς ωμών και αιματηρών μορφών πρωταρχικής κεφαλαιοκρατικής εξουσίας.

Ατομισμός: τόσο κοντά και τόσο μακριά από την ατομικότητα. Ο ατομισμός συνιστά μια ιδεολογία που προκρίνει τα πιο εγωμανή συμφέροντα, σε αντίθεση με την ατομικότητα που αναγνωρίζει τον εαυτό της, τη διαφορετικότητα σε σχέση με τους Άλλους αλλά και την – με κριτήρια – ισότιμη αποδοχή τους.

Αυθεντικός: είναι αυτό που λεει ότι είναι, είναι αυτό που φαίνεται ότι είναι, είναι αληθινός: το περιεχόμενο αντανακλάται – με την απλότητα του άμεσου – στην μορφή.

Αυτονομία: πέρα από ερμηνείες προσωπικής αυτοθέσμισης, στη βάση διερεύνησης της άμεσης επικοινωνίας συνειδητού και ασυνείδητου, αυτονομούμαι σημαίνει και αυτονέμομαι, μοιράζομαι δηλαδή με τον τρόπο που εγώ θέλω. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει συνταγή αυτονομίας.

Αυτοοργάνωση: ένας τρόπος οργάνωσης που έχει χαντακωθεί μέσα στην αυτονόητη προσέγγισή της. Ο τρόπος που συνδιαλέγονται κάποιοι άνθρωποι μεταξύ τους χωρίς ιεραρχία και αντιπροσώπους και παίρνουν αποφάσεις, θεωρείται ότι είναι εύκολο να γίνει οικειοποιήσιμος, εφόσον δεν θεσμίζονται θέσεις αρχηγίας ή αντιπροσώπων. Αυτή θα είναι μόνον μια αρχή (την οποία δεν ξεπέρασαν ποτέ πολλά αντίστοιχα εγχειρήματα) χωρίς συνέχεια, εάν δεν οριστούν με σαφήνεια οι άμεσοι και έμμεσοι κοινωνικοί απελευθερωτικοί στόχοι και παράλληλα αν δεν ανατραπούν οι ρόλοι. Αν λείπει κάποιος πρέπει να μπορούν να γίνουν όλα και χωρίς αυτόν, αλλά και όταν είναι παρών όλα να γίνονται αλλιώς, αφού θα είναι αισθητή η μοναδικότητα της συνεισφοράς του.

Βανδαλισμός: ο τρόπος που η “κοινή γνώμη” χαρακτηρίζει τις ζημιές από οργισμένες μειοψηφίες σε δημόσιους χώρους αλλά ποτέ την γενικευμένη πολεοδομική βαρβαρότητα ολόκληρης της πόλης. Και η “κοινή γνώμη” πεθαίνει όχι βέβαια από τους βανδαλισμούς αλλά μυωπική (επειδή το βλέμμα εστιάζει διαρκώς στους απέναντι τοίχους), μόνη (γιατί δεν την αντιλαμβάνεται εγκαίρως ο άγνωστος γείτονας), από μακροχρόνια ασθένεια (για την οποία συνήθως δεν εντοπίζονται με σαφήνεια τα αίτια –που θα οδηγούσαν στους δολοφόνους).

Βία: δεν είναι τυχαίο που έχει γίνει σημείο αναφοράς για την διαφοροποίηση πολιτικών στάσεων. Είναι λάθος να δει κάποιος την βία ξεκομμένη από τα κίνητρά της και να της προσδώσει έτσι τέτοιες αυτονομημένες δυνατότητες που να την καθιστούν απριόρι προβληματική. Σύγκρουση χωρίς βία δεν υπάρχει εκτός κι αν φετιχοποιηθεί η θυσία και μαζί της η πιο κυνική μεταφυσική.

Δημιουργία: απλώνει απεριόριστα –μέχρι του σημείου που να καταργεί- αυτό που ο αστικός πολιτισμός έχει ονομάσει τέχνη: η διαχωρισμένη λειτουργία που διεκπεραιώνεται από επαγγελματίες ειδικούς χάνεται μέσα σε καθετί που μπορεί να φτιάξει ο οποιοσδήποτε διαμορφώνοντας μόνος του τη δική του “αισθητική”.

Δημοκρατία: στη γνωστή μας αρχαιότητα, πέρα από την διαφήμιση της ισονομίας αλλά και ταυτόχρονα από την προβληματική θέσμιση της εκμετάλλευσης, η κουλτούρα των πολιτών αντιλαμβάνονταν με ορθολογικό τρόπο τους κοινωνικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς. Η συμμετοχή στην σύγκρουση ήταν υποχρέωση του πολίτη. Σήμερα, φετιχοποιείται μια δημοκρατία με φενακισμένη ισονομία, με βαθύτερη προώθηση και θέσμιση των κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και με εξιδανίκευση της αδράνειας, της παθητικοποίησης και της πιο χυδαίας μορφής εξατομίκευσης.

Διασκέδαση: σημαίνει σκορπίζω, σκορπίζομαι. Στην αρχαιότητα δεν είχε καμία σχέση με καταστάσεις με τις οποίες συνδέουμε τη λέξη σήμερα. Τότε, όσον αφορά την αισθητική (με βαθύτερη προφανώς έννοια από την κωδικοποίηση του κάλλους) απόλαυση χρησιμοποιούσαν τη λέξη: ψυχαγωγία. Το σκόρπισμα (ως επιβεβαίωση των πολλαπλών διαχωρισμών) και η εκτόνωση (ως καθοδηγημένη λειτουργία για την ισορροπημένη επαναφορά στους παραγωγικούς χώρους) εμφανίστηκαν στους χώρους της αισθητικοποιημένης επικοινωνίας μαζί με τον καπιταλισμό.

Διαφήμιση: η προσπάθεια του εμπορευματικού κόσμου να αποικιοποιήσει το ανθρώπινο ασυνείδητο. Ένας από τους πιο ισχυρούς τομείς του κεφαλαίου σήμερα, και ποινικά: διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Διαχωρισμός: είναι το πρώτο στάδιο στη διαδικασία της κοινωνικής χειραγώγησης. Η κοινωνία του Θεάματος χαρακτηρίζεται από ανθρώπους με διαχωρισμένες λειτουργίες, ανάγκες και επιθυμίες και από χώρους που η δομή τους δημιουργεί και εξυπηρετεί αυτές ακριβώς τις διαχωρισμένες λειτουργίες. Η εξειδίκευση στους εργασιακούς χώρους έρχεται να προστεθεί σε ανεπικοινώνητες μεταξύ τους δραστηριότητες που δημιουργούν πολλά και μικρά στεγανά σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας. Τα μικρά αυτά στεγανά έχουν αποκτήσει συγκεκριμένη εικόνα, έχουν θεσμιστεί σε ρόλους που εγκαλούν τον άνθρωπο για την καλύτερη δυνατή διεκπεραίωσή τους. Μια κοινωνία, αφού κατακερματιστεί, μπορεί στη συνέχεια να ομογενοποιηθεί ετερόνομα.

Εισιτήριο: το χέρι στην τσέπη, τα χρήματα, ίσως κάποια ρέστα, περάστε. Αυτονόητο νταλαβέρι στο διάβα της “εισόδου”. Κίνηση που -όλοι όσοι θέλουν να διαφοροποιούνται από τις κατεστημένες “εισόδους”- θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν σαν επικίνδυνα ορθολογικοποιημένη, αφού με απρόσκοπτη απλότητα εξισώνει κάθε είδους “είσοδο”. Όχι. Το πρόβλημα των εμπορευματικών σχέσεων σε απελευθερωτικά εγχειρήματα δεν λύνεται αν δεν υπάρχει μόνο το εισιτήριο. Ωστόσο, το πρόβλημα διαιωνίζεται όταν υπάρχει.

Εκφράζομαι: είτε κατέχω τα εκφραστικά μέσα είτε όχι. Όταν κάποιος βρίσκει νόημα στο να εκφραστεί τότε έχει διανύσει το μεγαλύτερο μέρος στην κίνηση του προς τους άλλους. Κι όταν εκφράζεται, τότε επικυρώνει και τους μοναδικούς του τρόπους να κάνει “τέχνη” και την πιο μικρή στιγμή της καθημερινής του ζωής.

Ελευθερία: όταν επιχειρείται να οριστεί τότε αυτόματα καταργείται. Η πιο κατανοητή και συνάμα ακατανόητη ιδεαλιστική έννοια που έχει χαρακτηρίσει μοιραίες προσωπικές ιστορίες και έχει εκτρέψει σημαντικές ιστορικές στιγμές. Είναι ο πιο τρομερός εχθρός της εξουσίας –θεσμισμένης και μη- καθώς έχει σημείο αναφοράς την βιολογική ασυλία του ενστίκτου.

Εμπόρευμα: ό,τι φτιάχνεται για να πουληθεί. Εγκαθιδρύθηκε για να εξυπηρετεί με το αζημίωτο τις διάφορες ανάγκες των ανθρώπων. Σήμερα, όχι μόνο φτιάχνονται ανθρώπινες ανάγκες εκ του μη όντος για να εξυπηρετηθεί “το αζημίωτο” των εμπορευμάτων, αλλά ο άνθρωπος μοιάζει να ταυτίζει όλη του τη μοίρα με τα εμπορεύματα: γίνεται ένα ακόμη πράγμα που ρυθμίζεται να καταναλώνει.

Εξέγερση: λέξη που μένει εξορισμένη όχι μόνο από το παρόν λεξιλόγιο του καθεστώτος αλλά και από την ιστορικότητα της στην κοινωνική μνήμη. Η εξέγερση υποδηλώνει τον πιο άμεσο κι ακαριαίο τρόπο να πληγεί το Υπάρχον από μια γενικευμένη κοινωνική ανατρεπτική δυναμική. Ακολουθώντας το ένστικτο της ελευθερίας διαμορφώνει μιαν αναφομοίωτη καθολικότητα που υπερβαίνει την ιστορική θνητότητα των αιτίων και των αφορμών που την προκάλεσαν. Ως πρόταγμα θα παραμένει πάντα τόσο ώριμο, όσο και το αίτημα της ελευθερίας ανά πάσα στιγμή.

Εξουσία: όσο και να προσπαθούν οι κήρυκες της ιδεαλιστικοποίησης της δεν θα μπορέσουν ποτέ να πείσουν ότι η εξουσία, η τάση για επιβολή, είναι εγγεγραμμένη στην ανθρώπινη κυτταρική μνήμη. Μια τέτοια ρητορεία δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια εσωτερίκευση των εξωτερικών αντιφάσεων του συστήματος, σε μιαν αέναη, ανακυκλώμενη και χωρίς νόημα μάχη σώμα με σώμα, σε μια εντέλει έλλογη αποδοχή και χρήση των εξουσιαστικών μεθόδων εφόσον θα έχουν καταστεί αναπόφευκτες. Την εξουσία την πολεμάς εκεί που την συναντάς και όχι σε παγιωμένα μεταφυσικά πεδία που εκ των προτέρων έχεις αναδείξει ερήμην των υποκειμένων.

Θέαμα: πολλοί το ταυτίζουν με ό,τι υπόκειται στο θεαθήναι και κάποιοι άλλοι με ό,τι είναι εντυπωσιακό. Όπως όμως έχει εγγραφεί στην σύγχρονη επαναστατική ανάλυση των όρων κυριαρχίας, πρόκειται για μια μέθοδο θέσμισης διαδοχικών κοινωνικών διαχωρισμών μέχρι τον κατακερματισμό προσώπων, σχέσεων και κοινωνικών μορφωμάτων για να επανενωθούν στη συνέχεια με τους όρους και τις προοπτικές που θέτει η κυριαρχία. Το χαρακτηριστικό όπλο αυτής της μεθόδου είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της εικόνας.

Καλλιτέχνης: απεχθής τίτλος για ευρεία κατανάλωση. Από τις Ακαδημίες μέχρι την παραλιακή πρόκειται για μια υπαρξιακή ματαιοδοξία και μια επαγγελματική μιζέρια που βασίζεται στην επικύρωση των δημόσιων σχέσεων και στην οικονομική ισχύ για μια διαρκώς επισφαλή κοινωνική καθιέρωση. Πρόκειται για ένα επάγγελμα που ευτελίζεται τόσο περισσότερο όσο γίνεται επικλητό.

Κέρδος: γενικευμένη έννοια που δεν περιορίζεται στην πολιτική οικονομία, αλλά φτάνει μέχρι την πολιτική υπεραξία, μέχρι και τη σφαίρα των διαπροσωπικών σχέσεων εφόσον μπορεί να διαμορφώνει ένα υπόβαθρο ακόμη και συναισθηματικής υπεραξίας.

Κάποιοι από τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα -do it yourself- υποστηρίζουν ότι όταν πουλάνε κάτι χωρίς κέρδος τότε αυτό δεν είναι εμπόρευμα. Όταν, ωστόσο, πουλάς κάτι στην “τιμή του κόστους” -που κι αυτό έχει καθοριστεί με την φιλοσοφία του εμπορεύματος (ένα κόστος που μπορεί εύκολα να υπολογιστεί με τις οικονομικές σταθερές των υλικών αλλά δεν μπορεί να υπολογιστεί χωρίς προβλήματα όταν και αν πρέπει να ενσωματωθούν οι “εργατοώρες” των άμεσων παραγωγών του)- δεν παύεις να αναπαράγεις και με το δικό σου “προϊόν” την πιο απαραίτητη για τις εμπορευματικές σχέσεις διαδικασία: την απρόσκοπτη διακίνηση του χρήματος.

Κοπιράιτ: δεν υπάρχει διαδικασία υπεράσπισης των πνευματικών δικαιωμάτων έξω από τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η επίκληση της ηθικής πλευράς αυτού του ζητήματος είναι το πρόσχημα για την εξασφάλιση του εκχρηματισμού της δημιουργίας. Στις γραμμές των απελευθερωτικών εγχειρημάτων το να οικειοποιηθεί κάποιος την έμπνευσή σου –χωρίς να μεσολαβεί οποιουδήποτε είδους υπεραξία- είναι ο απόλυτος προορισμός της.

“Κράνος”: με το να “βγαίνει ένα κράνος” -όπου ο καθένας μπορεί να ρίχνει τον οβολό του- στη διάρκεια μιας εκδήλωσης, προκρίνεται μια ελεύθερη σχέση οικονομικής συνεισφοράς στον αντίποδα της λογικής του “εισιτηρίου”. Με το να μην αντιμετωπίζει κάποιος τη δεσμευτική ψυχολογία της “εισόδου” (όσο “χαλαρή” κι αν είναι) αποφασίζει με τον δικό του τρόπο τη συμμετοχή του στην εκδήλωση και συνεισφέρει και οικονομικά σ’ αυτήν, στη βάση της συγκεκριμένης ελεύθερης απόφασης του. Με το “κράνος” λύνεται διακριτικά το ζήτημα κάποιων εξόδων ή κάποιας ενίσχυσης στο βαθμό που αυτό το ζήτημα έχει κριθεί δημοσιοποιήσιμο.

Κριτική: το Καθεστώς διεκδικεί την απουσία της. Με το μονοπώλιο της πληροφόρησης και μια διαδικασία παροχής γνώσης όπου η κριτική είναι ποινικοποιημένη, προωθείται μια περιστολή των κριτηρίων στους υπηκόους με σκοπό την αποδοχή της παρούσας κατάστασης πραγμάτων ως της καλύτερης δυνατής.

Λόγος: αυτό που εκλογικεύει με τον μοναδικό σου τρόπο τις πράξεις σου. Η “γλώσσα” του περιεχομένου, που μπορεί να μεσολαβείται από τους περιορισμένους κώδικες, δεν χάνει όμως καθόλου τη σημαντικότητα τού να εκτείνει την αυτονόμηση της ακόμη και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να αρθρώνουν άλλοι Λόγο για τις δικές σου Πράξεις.

Μαγαζί: χώρος που καταναλώνονται εμπορεύματα. Κι αν κάποιοι μπορούν να βλέπουν κάτι άλλο μέσα σε τέτοιο χώρο τότε το πρόβλημα (αυταπάτη ή επιτήδευση) είναι δικό τους κι όχι του καταστήματος.

Μάζα: στην ουσία φυσικό μέγεθος, με το οποίο ωστόσο, η εξουσία αναφέρεται σε ζωντανά ανθρώπινα μεγέθη. Κάθε εξουσία –δεξιά ή αριστερή- αντιμετωπίζει ιστορικά την ανθρώπινη “μάζα” σαν ένα άθροισμα άψυχων εργαλείων για την πραγμάτωση των σχεδίων της.

Μίμηση: μια καταραμένη συνταγή που δεν μπορεί παρά να σε απομακρύνει όλο και περισσότερο από τον εαυτό σου και να σε φέρνει όλο και πιο κοντά σε κάποιον ρόλο. Τίποτε χειρότερο από το να υποβαθμίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό και να νιώθεις εξύψωση όταν μετουσιώνεσαι σε κάποιον άλλο.

Ομοιομορφία: μια κατευθυνόμενη από την κυριαρχία παρεξήγηση όταν την ταυτίζει με την ισότητα. Από την απανθρωποποιημένη αισθητική του σταλινισμού που έβαζε χιλιάδες ανθρώπους σε ομοιόμορφα κλουβιά –τεράστια οικοδομικά μπλοκ- με το πρόσχημα της ισότητας, μέχρι την αισθητική του ρατσισμού, για πολλά χρόνια η ομοιομορφία ήταν η αισθητική της ισότητας. Μέχρι που ακόμη και το ελληνικό κράτος αναγκάστηκε υπό την απειλή μιας πολιτικής αστάθειας κι ενός αναχρονιστικού υπολείμματος σε σχέση με την “αντιρατσιστική” Ευρώπη, να ενημερώσει τους υπηκόους ότι είναι όλοι ίσοι, όλοι διαφορετικοί.

Ουτοπία: κάθε άλλη εκδοχή της κοινωνικής πραγματικότητας και των δυνατοτήτων της πέρα από αυτήν που διαμορφώνει κάθε φορά η Κυριαρχία. Στη λέξη αυτή εξορίζονται σαν γραφικές κι ακίνδυνες όλες οι επαναστατικές κοινωνικές προοπτικές. Τα ειρωνικά χαμόγελα ωστόσο, που απαντούν σε “οραματιστικές” περιγραφές, χάνονται όταν η επανάσταση στην καθημερινή ζωή καταλύει κάθε μεσσιανική ουτοπική αναφορά στην επανάσταση και γίνεται Πράξη.

Παλκοσένικο: για να μπορεί το κοινό να Σε βλέπει, φωτισμένο από διακριτικούς ή εκκωφαντικούς φωτισμούς, αλλά κι Εσύ να ελέγχεις το κοινό που και που, ακόμη κι εκείνα τα αδιόρατα κεφαλάκια πίσω-πίσω. Μια σκηνή που ανυψώνεται ακολουθώντας το μέγεθος της κοινωνικής Σου αποδοχής. Πώς θα Σε δει λοιπόν ο άλλος μέσα σε τόσο κόσμο; Στην παραλιακή ή στα Εξάρχεια ξέρουμε ότι τα ψώνια δεν χρειάζονται προσχήματα. Ένα απελευθερωτικό εγχείρημα θα πρέπει να αντιμετωπίσει με άλλους –δικούς του κι όχι κυριαρχικούς- όρους την ενδεχόμενη “μαζική” του αποδοχή.

Περιθώριο: αλήθεια ποιος είναι το Κέντρο;

Ρόλος: μια υποδειγματική συμπεριφορά βάσει ενός στερεότυπου. Η ικανότητά να διεκπεραιώνεις τους ρόλους με τον καλύτερο τρόπο είναι και το διαβατήριο για την άνοδο στην κοινωνική ιεραρχία. Σε αυτή τη διαδικασία μπορείς να βοηθηθείς και από τις τεχνικές της ταύτισης, της μίμησης και της υποκριτικής, τεχνικές δανεισμένες από πειράματα αναπαράστασης. Αναπαριστάς κάτι που δεν είσαι μέχρι να ταυτιστείς πλήρως με τον ρόλο και να αρχίσεις να τον αναπαράγεις σα να’ ναι δικό σου απόκτημα. Ο ρόλος τρέφεται με ό,τι καλύτερο και ζωντανό έχεις.

Στρατευμένος καλλιτέχνης: αυτός που κατέχει τα εκφραστικά μέσα με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να διεκπεραιώνει τις σχετικές παραγγελίες του Κόμματος ή του Κινήματος. Στρατεύει τα “όπλα” του στην υπηρεσία της πολιτιστικής χειραγώγησης και φροντίζει να είναι συνεπής στο ανειλημμένο του “πόστο”. Η βιωματική του έμπνευση και οι υπαρξιακές του ανησυχίες συνήθως δεν ενδιαφέρουν τον πολιτιστικό “μιλιταρισμό” γι’ αυτό και όταν ο στρατευμένος καλλιτέχνης διαφωνήσει με την Ηγεσία στρέφει την δημιουργικότητα του αποκλειστικά σ’ αυτές. Σ’ αυτές που “στολίζονται” και με μπόλικη δόση μοναχικότητας, με λίγη αιρετικότητα κι με ένα αίσθημα προδοσίας.

Συμμετοχή: είναι μια λέξη πού διαφορετική από την αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση. Συμμετέχω σημαίνει ότι παίρνω μέρος σε κάτι που έχει έτοιμη δομή, μια δομή που έχουν φτιάξει άλλοι. Ενώ αυτοδιαχείριση σημαίνει ότι έχω τη δυνατότητα να παρέμβω και στη δομή και να την αλλάξω.

Συνείδηση: σ’ αυτό θα βοηθήσει η μυθική υπερβατικότητα των αρχαίων Ελλήνων. Στους Δελφούς υπάρχει ένα μικρό άγαλμα, ο Ηνίοχος, που αναπαριστά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Πρόκειται για ένα άρμα με δυο άλογα, έναν οδηγό κι έναν αναβάτη. Το άρμα είναι η υπόσταση (το άμεσο Είναι κατά τον Χέγκελ), τα άλογα είναι το συναίσθημα, ο οδηγός είναι το πνεύμα και ο αναβάτης είναι η συνείδηση. Εάν πρόκειται να διανύσεις μια απόσταση δεν μπορείς να αφήσεις τα άλογα (τα συναισθήματα) να οδηγήσουν γιατί το πιο πιθανό είναι να καταστραφεί το άρμα (να μην αντέξει η υπόσταση). Χρειάζεται ο οδηγός (το πνεύμα) που να γνωρίζει τις αντοχές του άρματος, τις δυναμικές των αλόγων και τη διαδρομή και να καθοδηγήσει το άρμα. Στην ουσία όμως ο αναβάτης (η συνείδηση) είναι αυτός που πρέπει να επιλέγει πάντα τον προορισμό. Η συνείδηση είναι η δεσπόζουσα της Ύπαρξης.

Τέχνη: θα μπορούσε να είναι μια έννοια διεκδικήσιμη από τις απελευθερωτικές δυνάμεις εάν δεν ήταν κοινωνικά εγχαραγμένη πλέον ως μια διαχωρισμένη δραστηριότητα ολοκληρωτικά αποικιοποιημένη σε χώρο, χρόνο, πρόσωπα και έργα από την κυριαρχία. Τέχνη σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα που δεν μπορούν επ’ ουδενί να ονοματίσουν την εκφρασμένη ανάγκη για μια δημιουργικότητα πέρα και ενάντια στα όρια που θέτει η κυριαρχία. Πρόκειται για μια έννοια που έχει κατασπαραχθεί -με το πτώμα της να περιφέρουν κάτι θλιβεροί γελωτοποιοί.

Ωστόσο: η Ιστορία γράφεται στιγμή προς στιγμή και από εμάς.